Μονεμβασία

983

«Ἐτοῦτο τὸ τοπίο εἶναι σκληρὸ σὰν τὴν σιωπή, σφίγγει στὸν κόρφο του τὰ πυρωμένα λιθάρια, σφίγγει τὰ δόντια. Δὲν ὑπάρχει νερό. Μονάχα φῶς. Ὁ δρόμος χάνεται στὸ φῶς κι ὁ ἴσκιος τῆς μάντρας εἶναι σίδερο. Ἡ ρίζα σκοντάφτει στὸ μάρμαρο. Δὲν ὑπάρχει νερό. Ὅλοι διψᾶνε. Χρόνια τώρα. Ὅλοι μασᾶνε μιὰ μπουκιὰ οὐρανὸ πάνω ἀπὸ τὴν πίκρα τους»
(Γιάννης Ρίτσος)

Μονεμβασία ‐ Ταξιδιωτικὸ ἐγχειρίδιο

Χρήσιμα sites : Ένωση Εμπόρων & Επαγγελματιών
www.monemvasiaonline.gr
Σύλλογος Ενικιαζόμενων Δωματίων
www.monemvasiahotel.gr
Μονεμβασιώτικος Όμιλος
www.monemvasiotikosomilos.gr

 

Ιστορία :

Ο πρωτόφερτος επισκέπτης αποκτά αμέσως ένα θερμό ενδιαφέρον για το παρελθόν του τόπου αυτού, που αναδίνει μια ξεχωριστή ακτινοβολία στο πάνθεο των μεγάλων ελληνικών γεγονότων.
Το 375 μ.Χ. έγιναν οι φοβεροί σεισμοί, που συνεκλόνισαν τα νότια παράλια της Πελοποννήσου με καταποντισμούς νησιών και καθιζήσεις εδαφών. Τότε, ξεφύτρωσε ο σημερινός βράχος, με την ιδιόρρυθμη μορφή του. Μέσα στην κοσμογονική αυτή θεομηνία ξεχώρισε η άκρα Μίνωα, όπως αναφέρει ο ιστορικός Παυσανίας στα Λακωνικά, από το συμπαγές Λακωνικό έδαφος.
Ο θυμός του Ποσειδώνα και η στρατηγική του Άρη, δημιούργησαν το μεγαλόπρεπο αυτόν γίγαντα ανάμεσα ουρανού, γης και αχανούς πελάγους, για να τον κάνουν φοβερό και απόρθητο.
Γνωρίζουμε ότι τον 6ον αιώνα, δηλαδή το 558 μ.Χ., στην εποχή του αυτοκράτορα Μαυρικίου, όταν οι Άβαροι κατέλυσαν την Πελοπόννησο, για να διαφύγουν τη σφαγή και την ατίμωση, άλλοι, με τον τότε επίσκοπο ανέβηκαν στην κορυφή του βράχου και οχυρώθηκαν, και άλλοι έφυγαν για τη Σικελία.
Έτσι, δημιουργήθηκε ο πρώτος οικιστικός πυρήνας του οχυρού, σα μια στρατιωτική βάση. Τη στρατιωτική αξία του βράχου, την αναγνώρισε ο περίφημος στρατηγός του μεγάλου Ιουστινιανού, Βελισσάριος, κατά το 550 μ.Χ. για να κάνει ένα σίγουρο και αποτελεσματικό ορμητήριο εναντίον των εχθρών της Β. Αφρικής και της Δύσης.
Όσοι Λάκωνες είχαν καταφύγει στο βράχο αυτόν βρήκαν σωστή ασφάλεια, καλή οχύρωση και καλό προορισμό. Ολάκερη η περιφέρεια του Βράχου, με υψομετρικό δείκτη 300 μ., με τις πλευρές κάθετες και απότομες, στεφανώνεται με γερά και πελώρια τείχη. Όλα τα περιμετρικά τείχη, δείγμα της σκληρής οχυρωματικής προσπάθειας, κτισμένα στο χείλος του γκρεμού, προκαλούν το θαυμασμό και την έκπληξη.
Την τελεία οχύρωση του κάστρου τελειοποίησαν οι Βυζαντινοί κατά τον 9ο-10ο αιώνα, για ν’ αντιμετωπίσουν τον Αραβικό κίνδυνο που απειλούσε τη Μεσόγειο. Τότε η Μονεμβάσια έγινε ναυτική δύναμη και στρατιωτική βάση με τα απόρθητα φρουριακά συγκροτήματα της κάτω και απάνω πόλης. Το κάστρο έγινε ο σπουδαιότερος και ενδοξότερος προμαχώνας του Βυζαντίου.
Για πρώτη φορά, αναφέρεται η Μονεμβασία από τον Όσιο Βιλλιβάλδο, όταν το 723, περνώντας για τους αγίους τόπους, την επισκέφτηκε. Άλλη ιστορική μαρτυρία έχουμε του Βυζαντινού υμνογράφου Θεοφάνη, που γράφει για τη μάστιγα της χολέρας που ερήμωσε τη Βυζαντινή αυτοκρατορία (746-748) με πρώτο κρούσμα την Μονεμβασία, εξ αιτίας της εμπορικής επικοινωνίας που είχε μεταξύ Καλαβρίας και Σικελίας.
Το 785 βλέπουμε τον πρώτο επίσκοπο Πέτρο, να παίρνει μέρος στην οικουμενική σύνοδο της Νίκαιας. Η επάνω πόλη του κάστρου τοποθετείται σε προγενέστερη εποχή.
Σήμερα, το θεόκτιστο κάστρο, των βυζαντινών είναι γεμάτο ερείπια. Μόνο η Αγιά Σοφιά, το περίτεχνο αυτό δημιούργημα της αρχιτεκτονικής, στέκει ανέπαφο, στη βορινή πλευρά του βράχου (κράνους) στο χείλος του απότομου γκρεμού. Ανεμόδαρτη από τους μανιασμένους βοριάδες και απροστάτευτη από τους κεραυνούς και τις καταιγίδες, διατηρείται, αιώνες τώρα, ασάλευτη, για να μας θυμίζει «τα περασμένα μεγαλεία». Οι ιστορικοί παραδέχονται ότι είναι κτίσμα του θεοσεβή αυτοκράτορα Ανδρόνικου (1282-1328). Το βέβαιο είναι ότι κτίστηκε το 12ο αιώνα, έργο Βυζαντινών αυτοκρατόρων, οι οποίοι μετά την ειρήνευση της Μεσογείου (961) και την απομάκρυνση της αραβικής απειλής, έστρεψαν την προσοχή τους προς νότο, για να δώσουν στον πληθυσμό μια κοινή συνείδηση ορθοδοξίας και ελληνικότητας. Έγινε το ξεκίνημα για οκταγωνικές εκκλησίες.
Από τότε, εξ αιτίας της θέσης και της εμπορικής συναλλαγής, η Μονεμβάσια δημιουργεί μεγάλα κέρδη με τη μεταφορά του περίφημου κρασιού (μαλβάζια) στις ευρωπαϊκές αγορές, όπως της Βενετίας κ.α.
Κατά τους χρόνους της τέταρτης σταυροφορίας (1204) με την επικράτηση των Φράγκων στην Ελληνική ανατολή και Πελοπόννησο, έμεινε ανεξάρτητη, ελεύθερη με τρανή ακμή.. Μόνο το 1248, ύστερα από τρία χρόνια πολιορκία, από στεριά και θάλασσα, ο Γουλιέλμος Β. Βιλλαρδουΐνος, κατόρθωσε να γίνει κύριος με ευνοϊκούς όρους για τους Μονεμβασίτες. Αξέχαστη παρέμεινε η καρτερία και η γενναιότητα των πολιορκουμένων κατά την τρίχρονη σκληρή πολιορκία. Μετά τη συντριβή του Βιλλαρδουΐνου στην Πελαγονία της Σερβίας, η «Μ» ελευθερώθηκε και έγινε το κέντρο των επιχειρήσεων εναντίον των Φράγκων. Εδώ, αποβιβάζονταν οι στρατιωτικές δυνάμεις της Κωνσταντινούπολης.
Για τις μεγάλες υπηρεσίες που πρόσφεραν οι Μονεμβασίτες εναντίον των πολεμικών επιχειρήσεων των Φράγκων, οι Παλαιολόγοι τίμησαν την πόλη με ιδιαίτερα προνόμια, όπως εμπορικές-ναυτικές ατέλειες και προήγαγαν την επισκοπή σε Μητρόπολη.
Το 1292 δέχεται μια δεινή λεηλασία από τον Καταλανό ναύαρχο Ρογήρο-Λούρια, ο οποίος συνέλαβε πολλούς κατοίκους, μεταξύ αυτών πολλές γυναίκες, επιδέξιες στην υφαντική και μεταξουργία, και τους οδήγησε στη Δύση. Έτσι διέδωσε την υφαντική και μεταξουργία. Το 1394 ο ευγενής Μονεμβασίτης Παύλος Μαμωνάς, επαναστάτησε κατά του Δεσποτάτου του θ. Παλαιολόγου. Ύστερα από ένα χρόνο η Μονεμβασία καταλήφθηκε από τον Ομάρ-Μπέη, στρατηγό του σουλτάνου Βαγιαζίτ. Αμέσως, την παρέδωσε στον θ. Παλαιολόγο, ο οποίος επεκράτησε του Μαμωνά. Το 1460 ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β’ μετά την άλωση της πόλης, ζήτησε από τους κατοίκους να παραδώσουν σ’ αυτόν τη γυναίκα και την κόρη του Δ. Παλαιολόγου. Δεν έγινε η απαίτηση του Σουλτάνου, γιατί ήταν αποφασισμένοι να αντισταθούν στις αξιώσεις του. Τότε, ο Σουλτάνος κατάλαβε το δύσκολο της κατάληψης και άφησε ανενόχλητη τη Μονεμβασία. Τον επόμενο χρόνο ετέθη υπό την προστασία του Πάπα Τίτου Β’ και σε συνέχεια των Βενετών, οι οποίοι και την κατέλαβαν (1464).
Μονεμβασία για να ολοκληρώσουν την κυριαρχία τους στο Μοριά. Οι Ναυπλιώτες και Μονεμβασίτες υπηρετούν υπό τη σημαία του αγίου Μάρκου. Το 1540 η Βενετία βρίσκεται σε δύσκολη θέση να υπογράψει συνθήκη με τους Τούρκους και να παραδώσει αμαχητί σ’ αυτούς τα κάστρα του Ναυπλίου και της Μονεμβασίας. Τότε, οι περισσότεροι με τα ιερά και όσια της γενέτειρας τους, έφυγαν και κατοίκησαν στα Επτάνησα και στην Κρήτη. Περνά μια περίοδο μαρασμού και ερημιάς. Το 1690, για δεύτερη φορά, καταλαμβάνεται από τους Βενετούς και ξανά επιστρέφουν οι ξεσπιτωμένοι κάτοικοι για να ζήσουν κοντά στα πάτρια. Το 1715 δέχεται και δεύτερη τουρκοκρατία και αρχίζει πάλι η παρακμή.
Μεγάλη καταστροφή δέχθηκε το 1770 κατά την επιδρομή των Τουρκαλβανών. Πάλι εκπατρίστηκαν και κατέφυγαν στην Μ. Ασία και σε διάφορα αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Προ της Ελληνικής επανάστασης υπήρχαν 500 σπίτια στην κάτω πόλη και 50 στην επάνω. Οι Τούρκοι που κατοικούσαν μιλούσαν την ελληνική σα μητρική.
Την πολιόρκησαν οι Έλληνες με δύο χιλιάδες Λάκωνες και Κυνουρείς, με οπλαρχηγούς Τζανετάκηδες, Γρηγοράκηδες και το Βουζανάρα. Η πολιορκία άρχισε το Μάρτιο του 1821 από στεριά και θάλασσα με τη βοήθεια των Σπετσιώτικων πλοίων. Οι Τούρκοι με τους λιγοστούς Έλληνες -όλοι 4.000- είχαν περιοριστεί στο επάνω οχυρωμένο τμήμα του Κάστρου. Ύστερα από πολιορκία και αφάνταστες στερήσεις αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν και να παραδοθούν την 23.7.1821. Οι Τούρκοι κατά την παραμονή τους, παρά τη γενική αμάθεια, είχαν κάποια διαίσθηση και υποσυνείδητη αντίληψη του καλού, θαύμαζαν τη Μονεμβασία και την έλεγαν «Μενεξέ-Καλεσί» δηλ. φρούριο των μενεξέδων. Από κει βγήκε το δημοτικό τραγούδι «λαλούδι της Μονεμβασιάς και κάστρο της Λαμίας και, παλαμίδι τ’ Αναπλιού».
Μεγάλη σημασία έχουν σήμερα τα ιστορικά μνημεία που είναι σκόρπια εδώ κι εκεί. Ύστερα από ένα ανηφορικό δρομάκι, βρισκόμαστε στην επάνω πόλη. Περνάμε πύλες και στοές. Σωριασμένα πολλά χαλάσματα. Στρατώνες, αποθήκες, δεξαμενές, ανάκτορα, προμαχώνες, σπίτια. Δείγμα του τότε πολεοδομικού σχεδίου. Σε λίγο χώρο, πολλά κτίσματα. Αυτό ισχύει και για την κάτω πόλη. Αριστερά μας τα λείψανα του κολοσσιαίου μεγάρου του Βενετού Ρενιέρη (1511) με το οικόσημό του, λίγο πιο πάνω από την τάπια. Το αγνάτιο και παρατηρητήριο των εχθρικών κινήσεων.
Στην κορυφή του κάστρου, σε οκταγωνικό σχέδιο, η Αγιά Σοφιά. Μοιάζει με τη μονή του Δαφνιού στην αρχιτεκτονική, και τον τρούλο. Πολλές φορές είχε μετατραπεί σε τζαμί, όπως όλες οι εκκλησίες. (1540-1715). Από το μέρος αυτό η παρατήρηση είναι εντυπωσιακή. Με ορατότητα, πρωινό, μπορούμε ν’ αγναντέψουμε τις κορυφογραμμές της Κρήτης. Κατεβαίνουμε ύστερα από το θέαμα αυτό προς την κάτω πόλη. Παντού καλοφτιαγμένα τείχη, δρομάκια πλακόστρωτα και εκκλησίες.
Στο κέντρο, στην κάτω τάπια, δίπλα στο γερασμένο κανονάκι και στο παλιό τζαμί, σήμερα πρόχειρο μουσείο, βρίσκεται ο Ελκόμενος, η μεγαλύτερη μητροπολιτική εκκλησία του 12ου αιώνα. Επισκευάσθηκε και ανακαινίσθηκε τον 17ο αιώνα κατά τη δεύτερη Βενετοκρατία (1687-1715). Ονομάζεται έτσι από την εικόνα του Χριστού (ελκομένου επί του σταυρού) που αφαιρέθηκε από τον Ισαάκιο Άγγελο και στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Σώζεται σήμερα αντίγραφο και είναι Επτανησιακής Βυζαντινής και Κρητικής τεχνοτροπίας. Παρατηρούμε στο Παλλάδιο της Μονεμβασιάς τις εικόνες του Προδρόμου, της Παρθένου Μαρίας, χρονολογούμενες την ίδια εποχή με αγιογράφηση Πελοποννησίων και Επτανησίων. Αριστερά και δεξιά, καθώς μπαίνουμε, οι αυτοκρατορικοί θρόνοι του Ανδρόνικου.
Πιο κάτω, δίπλα στον ξενώνα, η Παναγία η Χρυσαφίτισσα του 17ου αιώνα. Εδώ βρισκόταν πριν από το 1150 η Παναγία η οδηγήτρια. Η σεπτή εικόνα της Παναγίας της Χρυσαφίτισσας -κατά την παράδοση – ήλθε από τη Χρύσαφα του Πάρνωνα κατά τρόπο θαυμαστό. Η Παναγία η Οδηγήτρια έκανε το θαύμα της με την θεραπεία της μοναχής Μάρθας. Από το εσωτερικό φρεάτιο αναβλύζει νερό που θεωρείται ιαματικό.
Στο άκρο έξω από τα τείχη, δίπλα στο βράχο, ο φάρος σε καλεί για απομόνωση. Εδώ η άκρα Μίνωα. Άλλες ενδιαφέρουσες εκκλησίες όπως ο άγιος Νικόλαος 1700, άγιος Στέφανος 1800, η Παναγία η Κρητικιά του 1700 και η Αγία Άννα, συνθέτουν μια εντυπωσιακή εικόνα στην αγκαλιά του βράχου για μελέτη και στοχασμό.
Όταν έχουμε πίστωση χρόνου, μπορούμε να κάνουμε μερικούς περιπάτους όπως: Στα ερείπια της Επιδαύρου Λιμηράς. Στην όμορφη παραλία (Πορί) με την περίφημη πλαζ, και στη Χρανάπα με τα πρώιμα και νόστιμα φρούτα και κηπευτικά.
Εδώ ήλθαν οι κάτοικοι της αρχαίας Επιδαύρου Αργολίδας, ύστερα από θεϊκά σημάδια που είδαν καθώς έπλεαν για την Κω. Έκτισαν το ναό του Ασκληπιού και αργότερα την πόλη. Έγινε αποικία της Αργολικής Επιδαύρου με αξιόλογο εμπορικό σταθμό.
Κοντά υπήρχε μια μικρή λίμνη, της Ινούς. Είχε τείχος, Ακρόπολη, τους ναούς της Αφροδίτης, της Αρτέμιδος Λιμνάτιδος και του Ασκληπιού. Από δω επικοινωνούσαν οι Βοίες. Υπάρχουν σήμερα τα ερείπια της πόλης με τους ναούς της Αφροδίτης και της Αθηνάς.